Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stentorian
01
βροντερή, δυνατή
(of voice or sound) loud, powerful, and booming
Παραδείγματα
The thunderstorm produced stentorian claps of thunder that shook the windows and rattled the doors of nearby buildings.
Η καταιγίδα παρήγαγε βροντερούς κεραυνούς που έτρεμαν τα παράθυρα και έκαναν να τραντάζονται οι πόρτες των κοντινών κτιρίων.



























