Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
booming
01
ανθισμένος, σε άνθιση
characterized by growth, expansion, or prosperity in an industry, economy, or market
Παραδείγματα
The real estate market in the city is booming, with prices rising daily.
Η αγορά ακινήτων στην πόλη ανθίζει, με τις τιμές να αυξάνονται καθημερινά.
02
βροντερός, ηχηρός
resounding with a deep, loud, and powerful quality, often like the sound of a boom
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most booming
συγκριτικός βαθμός
more booming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The booming thunder shook the windows as the storm approached.
Ο βροντερός κεραυνός έκανε να τραντάξουν τα παράθυρα καθώς πλησίαζε η καταιγίδα.
Λεξικό Δέντρο
booming
boom



























