Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boomslang
01
boomslang, Αφρικανικό δενδροφίδι
a venomous snake found in Africa, with a slender body, large eyes, and varying shades of green or brown
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
boomslangs
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
boomslang
boom
slang



























