Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boor
01
αγροίκος, αγενής
an insensitive and uneducated person who lacks culture and manners
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boors
Παραδείγματα
He was considered a boor for interrupting others during conversations.
Θεωρήθηκε αγροίκος γιατί διέκοπτε τους άλλους κατά τις συζητήσεις.
Λεξικό Δέντρο
boorish
boor



























