resort
re
ri
sort
ˈzɔ:t
zawt
reportretort

Ορισμός και σημασία του "resort"στα αγγλικά

01

θερινό ξενοδοχείο, θέρετρο

an establishment that provides vacationers with lodging, food, entertainment, etc. 
resort definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
resorts
Παραδείγματα
They stayed at a luxurious beach resort during their vacation. 

Έμειναν σε ένα πολυτελές παραθαλάσσιο θέρετρο κατά τις διακοπές τους.

02

καταφύγιο, μέσο

a person, method, or thing used for assistance, protection, or relief 
Παραδείγματα
The hotline is a resort for those in crisis. 

Η γραμμή βοήθειας είναι ένα καταφύγιο για όσους βρίσκονται σε κρίση.

03

θερινό θέρετρο, χώρος αναψυχής

a location frequently visited for recreation, relaxation, or pleasure 
Παραδείγματα
The town became a popular summer resort. 

Η πόλη έγινε ένα δημοφιλές καλοκαιρινό θερινό θέρετρο.

to resort
01

προσφεύγω, καταφεύγω

to turn to or use something as a solution or means of help, especially as a last option 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
resort
γ΄ ενικό πρόσωπο
resorts
ενεστώτα μετοχή
resorting
απλός αόριστος
resorted
παθητική μετοχή
resorted
Παραδείγματα
When negotiations failed, they had to resort to legal action to resolve the dispute. 

Όταν οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν, έπρεπε να καταφύγουν σε νομική δράση για να επιλύσουν τη διαμάχη.

02

προσφεύγω, επισκέπτομαι συχνά

to go somewhere, particularly frequently or in large numbers 
Παραδείγματα
During the summer months, tourists often resort to the coastal towns for their beautiful beaches and warm weather. 

Κατά τους θερινούς μήνες, οι τουρίστες συχνά καταφεύγουν σε παραθαλάσσιες πόλεις για τις όμορφες παραλίες και το ζεστό καιρό τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store