Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Resort
01
θερινό ξενοδοχείο, θέρετρο
an establishment that provides vacationers with lodging, food, entertainment, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
resorts
Παραδείγματα
They stayed at a luxurious beach resort during their vacation.
Έμειναν σε ένα πολυτελές παραθαλάσσιο θέρετρο κατά τις διακοπές τους.
02
καταφύγιο, μέσο
a person, method, or thing used for assistance, protection, or relief
Παραδείγματα
The hotline is a resort for those in crisis.
Η γραμμή βοήθειας είναι ένα καταφύγιο για όσους βρίσκονται σε κρίση.
03
θερινό θέρετρο, χώρος αναψυχής
a location frequently visited for recreation, relaxation, or pleasure
Παραδείγματα
The town became a popular summer resort.
Η πόλη έγινε ένα δημοφιλές καλοκαιρινό θερινό θέρετρο.
to resort
01
προσφεύγω, καταφεύγω
to turn to or use something as a solution or means of help, especially as a last option
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
resort
γ΄ ενικό πρόσωπο
resorts
ενεστώτα μετοχή
resorting
απλός αόριστος
resorted
παθητική μετοχή
resorted
Παραδείγματα
When negotiations failed, they had to resort to legal action to resolve the dispute.
Όταν οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν, έπρεπε να καταφύγουν σε νομική δράση για να επιλύσουν τη διαμάχη.
02
προσφεύγω, επισκέπτομαι συχνά
to go somewhere, particularly frequently or in large numbers
Παραδείγματα
During the summer months, tourists often resort to the coastal towns for their beautiful beaches and warm weather.
Κατά τους θερινούς μήνες, οι τουρίστες συχνά καταφεύγουν σε παραθαλάσσιες πόλεις για τις όμορφες παραλίες και το ζεστό καιρό τους.



























