Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to resonate
01
αντηχώ, ηχώ
to produce a deep and rich sound that lingers or echoes
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
resonate
γ΄ ενικό πρόσωπο
resonates
ενεστώτα μετοχή
resonating
απλός αόριστος
resonated
παθητική μετοχή
resonated
Παραδείγματα
The singer's powerful voice resonated throughout the concert hall.
Η δυνατή φωνή του τραγουδιστή αντηχούσε σε όλη την αίθουσα συναυλιών.
02
αντηχώ, αφήνω βαθιά εντύπωση
to be understood and have a strong impact or relevance
Intransitive: to resonate with sb
Παραδείγματα
The painting's vibrant colors and striking composition resonated deeply with art enthusiasts.
Τα ζωηρά χρώματα και η εντυπωσιακή σύνθεση της ζωγραφικής βρήκαν ανταπόκριση βαθιά στους λάτρες της τέχνης.
Λεξικό Δέντρο
resonating
resonator
resonate
reson



























