Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Resort
01
θερινό ξενοδοχείο, θέρετρο
an establishment that provides vacationers with lodging, food, entertainment, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
resorts
Παραδείγματα
The resort has multiple restaurants, pools, and golf courses for guests to enjoy.
Το θερινό καταφύγιο διαθέτει πολλά εστιατόρια, πισίνες και γήπεδα γκολφ για απόλαυση των επισκεπτών.
02
καταφύγιο, μέσο
a person, method, or thing used for assistance, protection, or relief
Παραδείγματα
Insurance is a financial resort in emergencies.
Η ασφάλεια είναι ένα χρηματοοικονομικό μέσο σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
03
θερινό θέρετρο, χώρος αναψυχής
a location frequently visited for recreation, relaxation, or pleasure
Παραδείγματα
The area developed into a resort after the railway arrived.
Η περιοχή αναπτύχθηκε σε θερινό θέρετρο μετά την άφιξη του σιδηροδρόμου.
to resort
01
προσφεύγω, καταφεύγω
to turn to or use something as a solution or means of help, especially as a last option
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
resort
γ΄ ενικό πρόσωπο
resorts
ενεστώτα μετοχή
resorting
απλός αόριστος
resorted
παθητική μετοχή
resorted
Παραδείγματα
When peaceful protests were ignored, the activists resorted to more drastic measures.
Όταν οι ειρηνικές διαμαρτυρίες αγνοήθηκαν, οι ακτιβιστές κατέφυγαν σε πιο δραστικά μέτρα.
02
προσφεύγω, επισκέπτομαι συχνά
to go somewhere, particularly frequently or in large numbers
Παραδείγματα
After the launch of the food festival, food enthusiasts from around the region resorted to the city to indulge in culinary delights.
Μετά την έναρξη του φεστιβάλ φαγητού, οι λάτρεις της γαστρονομίας από όλη την περιοχή κατέφυγαν στην πόλη για να απολαύσουν γαστρονομικές απολαύσεις.



























