Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Regard
01
βλέμμα, παρατήρηση
a steady or fixed look, often of attention or contemplation
Παραδείγματα
A silent regard passed between the old friends.
Μια σιωπηλή ματιά πέρασε ανάμεσα στους παλιούς φίλους.
02
σεβασμός, εκτίμηση
an attitude of respect, admiration, or esteem toward someone or something
Παραδείγματα
The company treats employees with regard.
Η εταιρεία αντιμετωπίζει τους εργαζόμενους με σεβασμό.
03
λεπτομέρεια, πτυχή
a particular detail, aspect, or point of consideration
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
regards
Παραδείγματα
In regard to your request, we need more information.
Σχετικά με το αίτημά σας, χρειαζόμαστε περισσότερες πληροφορίες.
04
φροντίδα, προσοχή
care, attention, or concern shown toward children or vulnerable individuals
Παραδείγματα
Parents exercise regard in protecting their children.
Οι γονείς ασκούν προσοχή στην προστασία των παιδιών τους.
05
χαιρετισμούς, ευχές
expressions of goodwill or concern for someone's welfare
Παραδείγματα
Send regards to your colleagues for me.
Στείλτε τους χαιρετισμούς μου στους συναδέλφους σας.
06
σεβασμός, εκτίμηση
the state of being honored, respected, or well thought of
Παραδείγματα
Their regard in society remained high despite setbacks.
Η εκτίμησή τους στην κοινωνία παρέμεινε υψηλή παρά τις αναποδιές.
to regard
01
θεωρώ, εκτιμώ
to think about someone or something in a specified way
Complex Transitive: to regard sb/sth as sth
Παραδείγματα
Employers often regard punctuality and reliability as important traits in employees.
Οι εργοδότες συχνά θεωρούν την ακρίβεια και την αξιοπιστία ως σημαντικά χαρακτηριστικά των εργαζομένων.
02
παρατηρώ, επισημαίνω
to pay close attention to something by looking at it carefully
Transitive: to regard sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
regard
γ΄ ενικό πρόσωπο
regards
ενεστώτα μετοχή
regarding
απλός αόριστος
regarded
παθητική μετοχή
regarded
Παραδείγματα
The doctor regarded the x-ray with a critical eye, looking for any signs of injury.
Ο γιατρός κοίταξε την ακτινογραφία με κριτικό μάτι, αναζητώντας τυχόν σημάδια τραυματισμού.
03
σχετίζομαι με, αφορώ
to be related to or connected with something
Transitive: to regard sth
Παραδείγματα
This matter regards the well-being of all the students in the school.
Αυτό το θέμα αφορά την ευημερία όλων των μαθητών στο σχολείο.
Λεξικό Δέντρο
disregard
regardful
regardless
regard



























