readily
rea
ˈrɛ
ρε
di
ντι
ly
li
λι
steadily

Ορισμός και σημασία του "readily"στα αγγλικά

01

πρόθυμα, χωρίς δισταγμό

in a willing and unhesitant manner 
readily definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
She readily accepted the invitation to speak at the conference. 

Αποδέχτηκε πρόθυμα την πρόσκληση να μιλήσει στη σύνοδο.

02

εύκολα, χωρίς δυσκολία

with little difficulty or trouble 
readily definition and meaning
Παραδείγματα
The information was readily found online. 

Οι πληροφορίες βρέθηκαν εύκολα στο διαδίκτυο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

readily
ready
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store