Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
readily
01
πρόθυμα, χωρίς δισταγμό
in a willing and unhesitant manner
Παραδείγματα
The team readily supported the new proposal.
Η ομάδα πρόθυμα υποστήριξε τη νέα πρόταση.
02
εύκολα, χωρίς δυσκολία
with little difficulty or trouble
Παραδείγματα
The stains did not wash out as readily as expected.
Οι κηλίδες δεν βγήκαν τόσο εύκολα όσο αναμενόταν.
Λεξικό Δέντρο
readily
ready



























