Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
readily
01
πρόθυμα, χωρίς δισταγμό
in a willing and unhesitant manner
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
She readily accepted the invitation to speak at the conference.
Αποδέχτηκε πρόθυμα την πρόσκληση να μιλήσει στη σύνοδο.
02
εύκολα, χωρίς δυσκολία
with little difficulty or trouble
Παραδείγματα
The information was readily found online.
Οι πληροφορίες βρέθηκαν εύκολα στο διαδίκτυο.
Λεξικό Δέντρο
readily
ready



























