readership
Pronunciation
/ˈriːdɚˌʃɪp/

Ορισμός και σημασία του "readership"στα αγγλικά

01

αναγνωστικό κοινό, αριθμός αναγνωστών

the number of people who read a particular magazine, newspaper, or book on a regular basis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The editors strive to cater to their readership's interests by featuring a variety of content in each issue.
Οι συντάκτες προσπαθούν να ικανοποιήσουν τα ενδιαφέροντα του ακροατηρίου τους παρουσιάζοντας μια ποικιλία περιεχομένου σε κάθε τεύχος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store