readership
rea
ˈri:
ri
der
də
dē
ship
ʃɪp
ship
ridership

Ορισμός και σημασία του "readership"στα αγγλικά

01

αναγνωστικό κοινό, αριθμός αναγνωστών

the number of people who read a particular magazine, newspaper, or book on a regular basis 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
readerships
Παραδείγματα
The magazine's readership has grown steadily over the past year, thanks to engaging content and targeted marketing efforts. 

Ο αναγνωστικός κύκλος του περιοδικού έχει αυξηθεί σταθερά το τελευταίο έτος, χάρη σε ελκυστικό περιεχόμενο και στοχευμένες προσπάθειες μάρκετινγκ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

readership
reader
read
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store