rarely
rare
ˈrɛə
reē
ly
li
li
rarefy

Ορισμός και σημασία του "rarely"στα αγγλικά

01

σπάνια, πολύ σπάνια

on a very infrequent basis 
rarely definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
She rarely eats sweets, preferring fruit instead. 

Εκείνη σπάνια τρώει γλυκά, προτιμώντας φρούτα αντ' αυτού.

02

εξαιρετικά, αξιοσημείωτα

with exceptional skill or excellence 
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
The bard rarely composed verses that moved the entire court. 

Ο βάρδος σπάνια συνέθετε στίχους που συγκινούσαν ολόκληρη την αυλή.

2.1

εξαιρετικά, ασυνήθιστα

extremely or extraordinarily 
Παραδείγματα
The garden was rarely beautiful in the moonlight. 

Ο κήπος ήταν σπάνια όμορφος στο φως του φεγγαριού.

Λεξικό Δέντρο

rarely
rare
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store