rarely
rare
ˈrɛr
ρερ
ly
li
λι
British pronunciation
/ɹˈe‍əli/

Ορισμός και σημασία του "rarely"στα αγγλικά

01

σπάνια, πολύ σπάνια

on a very infrequent basis
rarely definition and meaning
example
Παραδείγματα
I rarely check social media during work hours.
Σπάνια ελέγχω τα κοινωνικά δίκτυα κατά τις ώρες εργασίας.
02

εξαιρετικά, αξιοσημείωτα

with exceptional skill or excellence
Old useOld use
example
Παραδείγματα
He argued rarely in the debate, silencing all opponents.
Σπάνια συζητούσε στη συζήτηση, φέρνοντας σιωπή σε όλους τους αντιπάλους.
2.1

εξαιρετικά, ασυνήθιστα

extremely or extraordinarily
example
Παραδείγματα
The manuscript is rarely preserved for its age.
Το χειρόγραφο σπάνια διατηρείται για την ηλικία του.

Λεξικό Δέντρο

rarely
rare
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store