Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rarely
Παραδείγματα
I rarely check social media during work hours.
Σπάνια ελέγχω τα κοινωνικά δίκτυα κατά τις ώρες εργασίας.
02
εξαιρετικά, αξιοσημείωτα
with exceptional skill or excellence
Παραδείγματα
He argued rarely in the debate, silencing all opponents.
Σπάνια συζητούσε στη συζήτηση, φέρνοντας σιωπή σε όλους τους αντιπάλους.
2.1
εξαιρετικά, ασυνήθιστα
extremely or extraordinarily
Παραδείγματα
The manuscript is rarely preserved for its age.
Το χειρόγραφο σπάνια διατηρείται για την ηλικία του.
Λεξικό Δέντρο
rarely
rare



























