prohibited
pro
proʊ
πρου
hi
ˈhɪ
χι
bi
μπα
ted
təd
ταντ
British pronunciation
/pɹəhˈɪbɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "prohibited"στα αγγλικά

prohibited
01

απαγορευμένος, απαγορεύεται

not allowed or forbidden by law or rule
example
Παραδείγματα
The sign warned about prohibited actions on the property.
Η πινακίδα προειδοποιούσε για απαγορευμένες ενέργειες στην ιδιοκτησία.
1.1

απαγορευμένος, απαγόρευτος

prevented from engaging in a particular action or activity
example
Παραδείγματα
He was prohibited from using his phone during practice.
Του απαγορεύτηκε να χρησιμοποιεί το τηλέφωνό του κατά την προπόνηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store