Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prohibited
01
απαγορευμένος, απαγορεύεται
not allowed or forbidden by law or rule
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prohibited
συγκριτικός βαθμός
more prohibited
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Smoking is a prohibited activity in public places.
Το κάπνισμα είναι μια απαγορευμένη δραστηριότητα σε δημόσιους χώρους.
1.1
απαγορευμένος, απαγόρευτος
prevented from engaging in a particular action or activity
Παραδείγματα
He was prohibited from speaking to the press after the incident.
Του απαγορεύτηκε να μιλήσει στον τύπο μετά το περιστατικό.
Λεξικό Δέντρο
prohibited
prohibit



























