Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prohibited
01
απαγορευμένος, απαγορεύεται
not allowed or forbidden by law or rule
Παραδείγματα
The sign warned about prohibited actions on the property.
Η πινακίδα προειδοποιούσε για απαγορευμένες ενέργειες στην ιδιοκτησία.
1.1
απαγορευμένος, απαγόρευτος
prevented from engaging in a particular action or activity
Παραδείγματα
He was prohibited from using his phone during practice.
Του απαγορεύτηκε να χρησιμοποιεί το τηλέφωνό του κατά την προπόνηση.
Λεξικό Δέντρο
prohibited
prohibit



























