Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prohibitive
01
αποτρεπτικός, απαγορευτικός
tending to discourage (especially of prices)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prohibitive
συγκριτικός βαθμός
more prohibitive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
economics, pricing, restriction
02
απαγορευτικός, αποτρεπτικός
stopping others from doing something
Παραδείγματα
The high cost of the equipment was prohibitive for most small businesses.
Το υψηλό κόστος του εξοπλισμού ήταν απαγορευτικό για τις περισσότερες μικρές επιχειρήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
prohibitively
prohibitive
prohibit



























