Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prohibitive
01
αποτρεπτικός, απαγορευτικός
tending to discourage (especially of prices)
02
απαγορευτικός, αποτρεπτικός
stopping others from doing something
Παραδείγματα
The prohibitive barriers set up by the organization prevented unauthorized access.
Τα απαγορευτικά εμπόδια που έθεσε ο οργανισμός απέτρεψαν την μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση.
Λεξικό Δέντρο
prohibitively
prohibitive
prohibit



























