Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prohibition
01
απαγόρευση, απαγόρευση
an official rule or law that forbids something
Παραδείγματα
Smoking in public buildings is under prohibition.
Το κάπνισμα σε δημόσια κτίρια υπόκειται σε απαγόρευση.
02
απαγόρευση, απαγορευτικό μέτρο
the act of forbidding, restricting, or inhibiting something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prohibitions
Παραδείγματα
The teacher's prohibition of late submissions was clear.
Η απαγόρευση του δασκάλου για τις καθυστερημένες υποβολές ήταν σαφής.
03
η Απαγόρευση, η περίοδος της Απαγόρευσης
the period from 1920 to 1933 in the United States during which the manufacture, sale, and transport of alcoholic beverages was constitutionally banned
Παραδείγματα
Prohibition led to the rise of speakeasies across the country.
Η Απαγόρευση οδήγησε στην άνοδο των speakeasies σε όλη τη χώρα.
Λεξικό Δέντρο
prohibitionist
prohibition
prohibit



























