Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
προηγούμενος, προγενέστερος
Συζήτησαν τις προηγούμενες συμφωνίες πριν ολοκληρώσουν τη σύμβαση.
Στα προηγούμενα χρόνια, το φεστιβάλ ήταν πολύ μικρότερο, αλλά έχει αναπτυχθεί σημαντικά.
προηγούμενος, προτεραίος
Έχουν προηγούμενη αξίωση στην ιδιοκτησία, καθώς η συμφωνία τους υπογράφηκε πριν από οποιαδήποτε άλλη.
προηγούμενος, ανώτερος
Ο προηγούμενος ήταν υπεύθυνος για τη διαχείριση των καθημερινών υποθέσεων της μονής, ακριβώς κάτω από την εξουσία του ηγούμενου.
προηγούμενος, υποπροηγούμενος
Ο προηγούμενος επιβλέπει τις καθημερινές λειτουργίες του μοναστηριού ενώ ο ηγούμενος επικεντρώθηκε στην πνευματική ηγεσία.
προηγούμενα ποινικά μητρώα
Ο δικαστής έλαβε υπόψη τα προηγούμενα του κατά τον καθορισμό της ποινής για το πρόσφατο έγκλημα.
Λεξικό Δέντρο



























