Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Priority
01
προτεραιότητα, προτίμηση
the fact or condition of being regarded or treated as more important than others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
priorities
Παραδείγματα
Safety is always a top priority in our workplace.
Η ασφάλεια είναι πάντα προτεραιότητα στον χώρο εργασίας μας.
02
προτεραιότητα
something that is given or regarded as more important than others
03
προτεραιότητα, προτίμηση
a special status or privilege that gives someone or something the right to be dealt with before others
Dialect
British
Παραδείγματα
Buses take priority over other vehicles on the road.
Τα λεωφορεία έχουν προτεραιότητα έναντι άλλων οχημάτων στο δρόμο.
Λεξικό Δέντρο
prioritize
priority
prior



























