Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prise
01
εκτιμώ, σεβόμαι
regard highly; think much of
02
αναγκάζω να ανοίξει, ανοίγω με τη βία
to move or force, especially in an effort to get something open
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prise
γ΄ ενικό πρόσωπο
prises
ενεστώτα μετοχή
prising
απλός αόριστος
prised
παθητική μετοχή
prised
03
ανακρίνω, ρωτώ
make an uninvited or presumptuous inquiry



























