preceding
Pronunciation
/pɹiˈsidɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "preceding"στα αγγλικά

01

προηγούμενος, προλαμβάνοντας

coming or occurring before something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The preceding paragraph outlines the main points of the argument.
Η προηγούμενη παράγραφος περιγράφει τα κύρια σημεία του επιχειρήματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store