Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preceding
01
προηγούμενος, προλαμβάνοντας
coming or occurring before something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The preceding chapter of the book provides important background information.
Το προηγούμενο κεφάλαιο του βιβλίου παρέχει σημαντικές πληροφορίες υποβάθρου.
Λεξικό Δέντρο
preceding
precede
cede



























