Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preceding
01
προηγούμενος, προλαμβάνοντας
coming or occurring before something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The preceding paragraph outlines the main points of the argument.
Η προηγούμενη παράγραφος περιγράφει τα κύρια σημεία του επιχειρήματος.
Λεξικό Δέντρο
preceding
precede
cede



























