Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pastoral
01
ποιμαντικός, σχετικός με τα καθήκοντα του πάστορα
related to or characteristic of the duties, setting, or concerns of a Christian minister
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pastoral duties of the minister include counseling parishioners and conducting religious services.
Οι ποιμαντικές υποχρεώσεις του ιερέα περιλαμβάνουν την παροχή συμβουλών στους ενορίτες και τη διεξαγωγή θρησκευτικών τελετών.
02
ποιμενικός, σχετικός με τους βοσκούς
related to the lifestyle, traditions, or environment of herdsmen, typically associated with raising sheep or cattle
Παραδείγματα
The pastoral landscape was dotted with grazing sheep and peaceful meadows.
Το ποιμενικό τοπίο ήταν διάσπαρτο με πρόβατα που βόσκησαν και ειρηνικά λιβάδια.
03
ποιμενικός, βουκολικός
related to a peaceful and simple countryside life, often seen as idyllic and rustic
Παραδείγματα
The pastoral painting showed a quiet farm with green fields and grazing cows.
Η ποιμενική ζωγραφική έδειχνε μια ήσυχη φάρμα με πράσινα χωράφια και αγελάδες που βόσκησαν.
Pastoral
01
προφορική, μουσική σύνθεση που εκφράζει την αγροτική ζωή
a musical composition that evokes rural life
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pastorals
02
ποιμενικό, ειδύλλιο
a type of poem that depicts rural life, nature, and the simple pleasures of country living
03
ποιμαντική επιστολή, επιστολή πάστορα
a letter from a pastor to the congregation
Λεξικό Δέντρο
pastoral
pastor



























