Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Parsnip
01
παστινάκη, η ρίζα της παστινάκης
the white root of a plant of the parsley family with a sweet taste that is used in cooking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parsnips
Παραδείγματα
She used parsnips in her homemade baby food puree.
Χρησιμοποίησε παστινάκια στο σπιτικό πουρέ μωρού της.
02
παστινάκη, λευκό καρότο
a strong-scented plant cultivated for its edible root
03
παστινάκη, ρίζα παστινάκης
the whitish root of cultivated parsnip



























