parsnip
pars
ˈpɑ:s
πασ
nip
nɪp
νιπ

Ορισμός και σημασία του "parsnip"στα αγγλικά

01

παστινάκη, η ρίζα της παστινάκης

the white root of a plant of the parsley family with a sweet taste that is used in cooking 
parsnip definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
parsnips
Παραδείγματα
She used parsnips as the main ingredient in her creamy parsnip soup. 

Χρησιμοποίησε παστινάκια ως το κύριο συστατικό στην κρεμώδη σούπα παστινάκι της.

02

παστινάκη, λευκό καρότο

a strong-scented plant cultivated for its edible root 
03

παστινάκη, ρίζα παστινάκης

the whitish root of cultivated parsnip 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store