Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to oblige
01
υποχρεώνω, αναγκάζω
to make someone do something because it is required by law, duty, etc.
Ditransitive: to oblige sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
oblige
γ΄ ενικό πρόσωπο
obliges
ενεστώτα μετοχή
obliging
απλός αόριστος
obliged
παθητική μετοχή
obliged
Παραδείγματα
The contract obliges both parties to fulfill their agreed-upon responsibilities.
Η σύμβαση υποχρεώνει και τα δύο μέρη να εκπληρώσουν τις συμφωνηθείσες ευθύνες τους.
02
βοηθώ, κάνω μια χάρη
to provide assistance or do a favor for someone
Transitive: to oblige sb
Παραδείγματα
She obliged her neighbor by watering their plants while they were away on vacation.
Υποχρέωσε τον γείτονά της ποτίζοντας τα φυτά του ενώ ήταν σε διακοπές.
Λεξικό Δέντρο
disoblige
obligate
obligatory
oblige



























