obdurate
ob
ˈɒb
ομπ
du
djʊ
ντγου
rate
rɪt
ριτ
obturate

Ορισμός και σημασία του "obdurate"στα αγγλικά

01

πεισματάρης, γκρινιάρης

stubbornly refusing to change one's behavior or course, especially in doing wrong 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most obdurate
συγκριτικός βαθμός
more obdurate
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, character, morality
Παραδείγματα
The criminal remained obdurate, refusing to admit guilt. 

Ο εγκληματίας παρέμεινε πεισματάρης, αρνούμενος να ομολογήσει την ενοχή του.

02

ασυγκίνητος, σκληρός

emotionally hardened; unmoved by pity, compassion, or tender feelings 
Παραδείγματα
The king was obdurate to the cries of his starving people. 

Ο βασιλιάς ήταν ανένδοτος απέναντι στις κραυγές του πεινασμένου λαού του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

obdurately
obdurate
obdur
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store