Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
muted
01
χαμηλωμένος, μετριοπαθής
(of a sound) having a subdued quality, with reduced intensity or volume
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most muted
συγκριτικός βαθμός
more muted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She spoke in a muted voice so as not to disturb the sleeping baby.
Μίλησε με χαμηλωμένη φωνή για να μην ενοχλήσει το κοιμισμένο μωρό.
1.1
σιγασμένος, με σιγαστήρα
having a softened sound created by placing a mute on the instrument
Παραδείγματα
The muted trumpet gave the song a rich, mellow quality that filled the room.
Η κατασταλμένη τρομπέτα έδωσε στο τραγούδι μια πλούσια, απαλή ποιότητα που γέμισε το δωμάτιο.
02
χαμηλωμένος, απαλός
(of colors) having a subdued tone, lacking brightness or vibrancy
Παραδείγματα
She preferred to wear muted colors like soft blues and pale greens rather than bold and bright shades.
Προτιμούσε να φοράει χαμηλωμένες αποχρώσεις όπως απαλά μπλε και χλωμά πράσινα αντί για τολμηρές και φωτεινές αποχρώσεις.
03
χαμηλωμένος, απρόθυμος
lacking excitement or strong emotions
Παραδείγματα
The announcement was met with a muted response from the audience, who remained largely indifferent.
Η ανακοίνωση συναντήθηκε με μια μετριοπαθή αντίδραση από το κοινό, που παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αδιάφορο.
Λεξικό Δέντρο
muted
mute



























