Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
monumental
01
μνημειακός, κολοσσιαίος
extremely huge or impressive in size
Παραδείγματα
The monumental statue was a striking feature of the city's skyline.
Το μνημειακό άγαλμα ήταν ένα εντυπωσιακό χαρακτηριστικό του ορίζοντα της πόλης.
02
μνημειακός, εξαιρετικός
having exceptional importance or significant impact
Παραδείγματα
The completion of the project was a monumental achievement for the team, marking years of dedication and hard work.
Η ολοκλήρωση του έργου ήταν ένα μνημειώδες επίτευγμα για την ομάδα, που σηματοδότησε χρόνια αφοσίωσης και σκληρής δουλειάς.
03
μνημειακός, σχετικός με μνημείο
relating or serving as a monument
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The monumental architecture of the ancient city left a lasting impression on visitors.
Η μνημειακή αρχιτεκτονική της αρχαίας πόλης άφησε μια διαρκή εντύπωση στους επισκέπτες.
Παραδείγματα
The project required a monumental effort from the entire team to complete on time.
Το έργο απαιτούσε μια τεράστια προσπάθεια από ολόκληρη την ομάδα για να ολοκληρωθεί εγκαίρως.
Λεξικό Δέντρο
monumentalize
monumentally
monumental
monument



























