Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
monumental
01
μνημειακός, κολοσσιαίος
extremely huge or impressive in size
Παραδείγματα
The monumental boulder blocked the path, requiring heavy machinery to move it.
Ο μονομενταλικός βράχος μπλόκαρε το μονοπάτι, απαιτώντας βαρύ μηχανικό εξοπλισμό για να μετακινηθεί.
02
μνημειακός, εξαιρετικός
having exceptional importance or significant impact
Παραδείγματα
The signing of the peace treaty was a monumental moment in history, ending years of conflict.
Η υπογραφή της συνθήκης ειρήνης ήταν μια monumental στιγμή στην ιστορία, που τερμάτισε χρόνια σύγκρουσης.
03
μνημειακός, σχετικός με μνημείο
relating or serving as a monument
Παραδείγματα
The artist created a monumental sculpture that became a symbol of the city.
Ο καλλιτέχνης δημιούργησε ένα μνημειακό γλυπτό που έγινε σύμβολο της πόλης.
Παραδείγματα
The monumental increase in the company ’s profits was a testament to their successful new strategy.
Η μονουμεντική αύξηση των κερδών της εταιρείας ήταν απόδειξη της επιτυχημένης νέας στρατηγικής τους.
Λεξικό Δέντρο
monumentalize
monumentally
monumental
monument



























