Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moo-moo
01
μου-μου, αγελάδα-αγελάδα
used to refer to a cow in a playful or childlike manner, often mimicking the sound a cow makes
καθημερινή έκφραση
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moo-moos
Παραδείγματα
The toddler clapped her hands and pointed at the farm, shouting, "Look, a moo-moo!"
Το νήπιο χτύπησε τα χέρια της και έδειξε το αγρόκτημα, φωνάζοντας: "Κοίτα, ένα μου-μου!"



























