Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moo-moo
01
μου-μου, αγελάδα-αγελάδα
used to refer to a cow in a playful or childlike manner, often mimicking the sound a cow makes
Everyday expression
Humorous
Informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moo-moos
Παραδείγματα
He fed the moo-moo some hay and laughed when it licked his hand.
Έδωσε στη μου-μου λίγο σανό και γέλασε όταν του έγλειψε το χέρι.



























