mightily
migh
ˈmaɪ
mai
ti
ti
ly
li
li
vitally

Ορισμός και σημασία του "mightily"στα αγγλικά

01

ισχυρά, με μεγάλη δύναμη

with great power, force, or intensity 
mightily definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He pushed the stuck door mightily until it finally gave way. 

Έσπρωξε δυνατά την κολλημένη πόρτα μέχρι που τελικά υποχώρησε.

02

ισχυρά, σημαντικά

to a great degree or in a very significant way 
Παραδείγματα
This policy mightily affects the lives of rural workers. 

Αυτή η πολιτική επηρεάζει ισχυρά τις ζωές των αγροτικών εργαζομένων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mightily
mighty
might
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store