migrant
Pronunciation
/ˈmaɪɡɹənt/

Ορισμός και σημασία του "migrant"στα αγγλικά

01

μετανάστης, μεταναστής

a person who moves from one place to another, often across borders or regions, to live or work temporarily or permanently
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
migrants
Παραδείγματα
Policies for migrant rights vary widely between countries.
Οι πολιτικές για τα δικαιώματα των μεταναστών ποικίλλουν ευρέως μεταξύ των χωρών.
01

μεταναστευτικός, μεταναστευόμενος

relating to people moving from one place to another, often for work or to live
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Migrant families face challenges in accessing healthcare and education in their new communities.
Οι μετανάστες οικογένειες αντιμετωπίζουν προκλήσεις στην πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση στις νέες τους κοινότητες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store