mightiness
migh
ˈmaɪ
μαι
ti
ti
τι
ness
nəs
νασ
mistiness

Ορισμός και σημασία του "mightiness"στα αγγλικά

01

δύναμη, σωματική δύναμη

physical strength 
mightiness definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mightinesses

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mightiness
mighty
might
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store