Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Might
01
δύναμη, ισχύς
physical strength
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
δύναμη, ισχύς
the influence, control, or power that comes from status, money, or position
Παραδείγματα
The general relied on the might of his army.
Ο στρατηγός βασίστηκε στη δύναμη του στρατού του.
might
01
μπορεί, ίσως
used to express a possibility
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
might
γ΄ ενικό πρόσωπο
might
Παραδείγματα
They might offer discounts during the holiday season.
Μπορεί να προσφέρουν εκπτώσεις κατά τη διάρκεια των διακοπών.
02
θα μπορούσα, μπορώ
used to give or ask for permission
Παραδείγματα
Might I suggest a different approach to solving the problem?
Μπορώ να προτείνω μια διαφορετική προσέγγιση για την επίλυση του προβλήματος;
03
θα μπορούσε, θα μπορούσες
used to bring up a suggestion in a polite manner
Λεξικό Δέντρο
mighty
might



























