Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Might
01
δύναμη, ισχύς
physical strength
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
δύναμη, ισχύς
the influence, control, or power that comes from status, money, or position
Παραδείγματα
The might of the empire spread across many lands.
Η δύναμη της αυτοκρατορίας επεκτάθηκε σε πολλές γαίες.
might
01
μπορεί, ίσως
used to express a possibility
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
might
γ΄ ενικό πρόσωπο
might
Παραδείγματα
It might rain later this evening.
Μπορεί να βρέξει αργότερα το βράδυ.
02
θα μπορούσα, μπορώ
used to give or ask for permission
Παραδείγματα
Might I have a moment of your time to discuss the project?
Θα μπορούσα να έχω ένα λεπτό του χρόνου σας για να συζητήσουμε το έργο;
03
θα μπορούσε, θα μπορούσες
used to bring up a suggestion in a polite manner
Λεξικό Δέντρο
mighty
might



























