Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mightiness
01
δύναμη, σωματική δύναμη
physical strength
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mightinesses
Λεξικό Δέντρο
mightiness
mighty
might



























