Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Migrant
01
μετανάστης, μεταναστής
a person who moves from one place to another, often across borders or regions, to live or work temporarily or permanently
Παραδείγματα
Policies for migrant rights vary widely between countries.
Οι πολιτικές για τα δικαιώματα των μεταναστών ποικίλλουν ευρέως μεταξύ των χωρών.
migrant
01
μεταναστευτικός, μεταναστευόμενος
relating to people moving from one place to another, often for work or to live
Παραδείγματα
Migrant families face challenges in accessing healthcare and education in their new communities.
Οι μετανάστες οικογένειες αντιμετωπίζουν προκλήσεις στην πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση στις νέες τους κοινότητες.
Λεξικό Δέντρο
immigrant
migrant
migrate
migr



























