migrant
mig
ˈmaɪg
maig
rant
rənt
rēnt

Ορισμός και σημασία του "migrant"στα αγγλικά

01

μετανάστης, μεταναστής

a person who moves from one place to another, often across borders or regions, to live or work temporarily or permanently 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
migrants
Παραδείγματα
Seasonal migrants travel to farms for harvest work every year. 

Οι εποχιακοί μετανάστες ταξιδεύουν σε αγροκτήματα για εργασία συγκομιδής κάθε χρόνο.

01

μεταναστευτικός, μεταναστευόμενος

relating to people moving from one place to another, often for work or to live 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The migrant workers traveled to different regions in search of employment opportunities. 

Οι μετανάστες εργάτες ταξίδεψαν σε διαφορετικές περιοχές αναζητώντας ευκαιρίες απασχόλησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store