Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Migrant
01
μετανάστης, μεταναστής
a person who moves from one place to another, often across borders or regions, to live or work temporarily or permanently
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
migrants
Παραδείγματα
Seasonal migrants travel to farms for harvest work every year.
Οι εποχιακοί μετανάστες ταξιδεύουν σε αγροκτήματα για εργασία συγκομιδής κάθε χρόνο.
migrant
01
μεταναστευτικός, μεταναστευόμενος
relating to people moving from one place to another, often for work or to live
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The migrant workers traveled to different regions in search of employment opportunities.
Οι μετανάστες εργάτες ταξίδεψαν σε διαφορετικές περιοχές αναζητώντας ευκαιρίες απασχόλησης.
Λεξικό Δέντρο
immigrant
migrant
migrate
migr



























