lit
lit
lɪt
lit
licitlimit

Ορισμός και σημασία του "lit"στα αγγλικά

01

φωτισμένος, φωτεινός

brightened or made visible by light 
lit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lit
συγκριτικός βαθμός
more lit
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dimly lit room created a cozy atmosphere. 

Το αμυδρά φωτισμένο δωμάτιο δημιούργησε μια ζεστή ατμόσφαιρα.

02

ανάμμένος, φωτισμένος

ignited and actively producing flames or light 
Παραδείγματα
He casually flicked the ash from his lit cigarette. 

Απερίσκεπτα τινάχτηκε η στάχτη από το ανάμενο τσιγάρο του.

03

εντυπωσιακό, συναρπαστικό

impressive or exciting 
αργκό
Παραδείγματα
The music festival was lit, with everyone dancing non-stop. 

Το μουσικό φεστιβάλ ήταν απίστευτο, όλοι χόρευαν ασταμάτητα.

04

μεθυσμένος, στουκωμένος

drunk or intoxicated from drugs or alcohol 
αργκό
Παραδείγματα
He was lit after a couple of shots. 

Ήταν μεθυσμένος μετά από μερικά ποτηράκια.

01

λογοτεχνία, lit

an informal term for literature, particularly works that are notable or significant 
lit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She's studying lit in college, focusing on modern poetry. 

Σπουδάζει λογοτεχνία στο κολέγιο, εστιάζοντας στη μοντέρνα ποίηση.

Λεξικό Δέντρο

unlit
lit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store