lapse
lapse
læps
lāps
crapsflapschapstaps

Ορισμός και σημασία του "lapse"στα αγγλικά

01

παραδρομή, λάθος λόγω απροσεξίας

a mistake caused by a brief period of inattention or failure to focus 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lapses
Παραδείγματα
His lapse in concentration during the test led to several simple mistakes. 

Το λάθος συγκέντρωσής του κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας οδήγησε σε πολλά απλά λάθη.

02

αστοχία, παράλειψη

a failure to maintain a higher state 
03

προσθήκη, συμπλήρωμα

in addition (usually followed by `with') 
04

παραδρομή, κενό

a temporary failure or gap in judgment, memory, or concentration 
Παραδείγματα
There was a lapse in his memory regarding the details of the event. 

Υπήρξε μια παράλειψη στη μνήμη του σχετικά με τις λεπτομέρειες της εκδήλωσης.

to lapse
01

επιστρέφω σε κακές συμπεριφορές, υποτροπιάζω

go back to bad behavior 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lapse
γ΄ ενικό πρόσωπο
lapses
ενεστώτα μετοχή
lapsing
απλός αόριστος
lapsed
παθητική μετοχή
lapsed
02

πτώση, πέφτω

drop to a lower level, as in one's morals or standards 
03

λήγει, τερματίζεται

to cease or come to an end, especially due to the passage of time or neglect 
Παραδείγματα
The subscription will lapse if payment is not received by the due date. 

Η συνδρομή θα λήξει εάν η πληρωμή δεν ληφθεί μέχρι την ημερομηνία λήξης.

04

περνώ, πέφτω

pass into a specified state or condition 
05

αφήνω να ξεφύγει, χάνω

let slip 

Λεξικό Δέντρο

relapse
lapse
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store