laptop
lap
ˈlæp
lāp
top
tɒp
top

Ορισμός και σημασία του "laptop"στα αγγλικά

01

φορητός υπολογιστής, λάπτοπ

a small computer that you can take with you wherever you go, and it sits on your lap or a table so you can use it 
laptop definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laptops
Παραδείγματα
He bought a new laptop with better processing speed. 

Αγόρασε ένα νέο laptop με καλύτερη ταχύτητα επεξεργασίας.

Λεξικό Δέντρο

laptop

lap

+

top

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store