Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Laptop
01
φορητός υπολογιστής, λάπτοπ
a small computer that you can take with you wherever you go, and it sits on your lap or a table so you can use it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laptops
Παραδείγματα
He bought a new laptop with better processing speed.
Αγόρασε ένα νέο laptop με καλύτερη ταχύτητα επεξεργασίας.
Λεξικό Δέντρο
laptop
lap
top



























