lapidarist
la
ˈlæ
λαι
pi
πι
da
ˌdɑ:
ντα
rist
rɪst
ριστ
/lˈapɪdˌɑːɹɪst/

Ορισμός και σημασία του "lapidarist"στα αγγλικά

01

λαπιδαριστής, ειδικός σε πολύτιμους λίθους

an expert on precious stones and the art of cutting and engraving them
lapidarist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lapidarists
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store