Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kids
Παραδείγματα
All her kids have graduated from college.
Όλα τα παιδιά της έχουν αποφοιτήσει από το κολλέγιο.
02
παιδί, νεαρός
a young person
Παραδείγματα
The kids were playing in the park.
Τα παιδιά έπαιζαν στο πάρκο.
03
κατσικάκι, γίδι
a young goat
3.1
δέρμα κατσικιού, δέρμα από μικρή κατσίκα
soft smooth leather from the hide of a young goat
04
φίλε, ρε
a friendly or affectionate way to address a close friend
αργκό
Παραδείγματα
Hey kid, you coming to the game tonight?
Έι, φιλαράκι, έρχεσαι στο παιχνίδι απόψε;
to kid
01
αστειεύομαι, πειράζω
to joke about something, often by giving false or inaccurate information
Transitive: to kid sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
kid
γ΄ ενικό πρόσωπο
kids
ενεστώτα μετοχή
kidding
απλός αόριστος
kidded
παθητική μετοχή
kidded
Παραδείγματα
She has kidded her colleagues with a fake resignation letter, creating a playful atmosphere at work.
Αστειεύτηκε με τους συναδέλφους της με ένα ψεύτικο παραιτητήριο γράμμα, δημιουργώντας μια παιχνιδιάρικη ατμόσφαιρα στη δουλειά.



























