kid
kid
kɪd
kid
ridlidbidyid

Ορισμός και σημασία του "kid"στα αγγλικά

01

παιδί, τέκνο

a son or daughter of any age 
kid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kids
Παραδείγματα
All her kids have graduated from college. 

Όλα τα παιδιά της έχουν αποφοιτήσει από το κολλέγιο.

02

παιδί, νεαρός

a young person 
kid definition and meaning
Παραδείγματα
The kids were playing in the park. 

Τα παιδιά έπαιζαν στο πάρκο.

03

κατσικάκι, γίδι

a young goat 
kid definition and meaning
3.1

δέρμα κατσικιού, δέρμα από μικρή κατσίκα

soft smooth leather from the hide of a young goat 
04

φίλε, ρε

a friendly or affectionate way to address a close friend 
αργκό
Παραδείγματα
Hey kid, you coming to the game tonight? 

Έι, φιλαράκι, έρχεσαι στο παιχνίδι απόψε;

to kid
01

αστειεύομαι, πειράζω

to joke about something, often by giving false or inaccurate information 
Transitive: to kid sb
to kid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
kid
γ΄ ενικό πρόσωπο
kids
ενεστώτα μετοχή
kidding
απλός αόριστος
kidded
παθητική μετοχή
kidded
Παραδείγματα
She has kidded her colleagues with a fake resignation letter, creating a playful atmosphere at work. 

Αστειεύτηκε με τους συναδέλφους της με ένα ψεύτικο παραιτητήριο γράμμα, δημιουργώντας μια παιχνιδιάρικη ατμόσφαιρα στη δουλειά.

02

αστειεύομαι, πειράζω

to playfully joke around or tease in a lighthearted way 
Intransitive
Παραδείγματα
He loves to kid with his coworkers to keep the mood light. 

Του αρέσει να αστειεύεται με τους συναδέλφους του για να διατηρεί τη διάθεση ελαφριά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store