Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to kidnap
01
απάγω, κρατώ σε αιχμαλωσία
to take someone away and hold them in captivity, typically to demand something for their release
Transitive: to kidnap sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
kidnap
γ΄ ενικό πρόσωπο
kidnaps
ενεστώτα μετοχή
kidnapping
απλός αόριστος
kidnapped
παθητική μετοχή
kidnapped
Παραδείγματα
She was terrified when she realized that they intended to kidnap her.
Ήταν τρομοκρατημένη όταν συνειδητοποίησε ότι σκόπευαν να την απαγάγουν.
Λεξικό Δέντρο
kidnaper
kidnapper
kidnapping
kidnap
kid
nap



























