Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to kicking
01
καταπληκτικός, φανταστικός
outstanding, excellent, or highly enjoyable
επιδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
kick
γ΄ ενικό πρόσωπο
kicks
ενεστώτα μετοχή
kicking
απλός αόριστος
kicked
παθητική μετοχή
kicked
Παραδείγματα
That new pizza place is absolutely kicking!
Αυτή η νέα πιτσαρία είναι απολύτως φανταστική !



























