to kicking
ki
ˈkɪ
ki
cking
kɪng
king
pickingtickinglicking

Ορισμός και σημασία του "kicking"στα αγγλικά

to kicking
01

καταπληκτικός, φανταστικός

outstanding, excellent, or highly enjoyable 
επιδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
kick
γ΄ ενικό πρόσωπο
kicks
ενεστώτα μετοχή
kicking
απλός αόριστος
kicked
παθητική μετοχή
kicked
Παραδείγματα
That new pizza place is absolutely kicking! 

Αυτή η νέα πιτσαρία είναι απολύτως φανταστική !

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store