to kicking
Pronunciation
/ˈkɪkɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "kicking"στα αγγλικά

to kicking
01

καταπληκτικός, φανταστικός

outstanding, excellent, or highly enjoyable
approving
idiom
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
kick
γ΄ ενικό πρόσωπο
kicks
ενεστώτα μετοχή
kicking
απλός αόριστος
kicked
παθητική μετοχή
kicked
Παραδείγματα
The movie was kicking, definitely worth watching again.
Η ταινία ήταν εξαιρετική, σίγουρα αξίζει να την δεις ξανά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store