Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kicker
01
κικερ, παίκτης που ειδικεύεται στο κλώτσημα της μπάλας
a player who specializes in kicking the ball, usually for field goals, extra points, and kickoffs
Παραδείγματα
The rookie kicker made his NFL debut with a successful 40-yard field goal.
Ο νεοφερμένος ποδοσφαιριστής έκανε το ντεμπούτο του στο NFL με ένα επιτυχημένο field goal από 40 γιάρδες.
Λεξικό Δέντρο
kicker
kick



























