kicker
ki
ˈkɪ
ki
cker
wickerdickertickerliquor

Ορισμός και σημασία του "kicker"στα αγγλικά

01

κικερ, παίκτης που ειδικεύεται στο κλώτσημα της μπάλας

a player who specializes in kicking the ball, usually for field goals, extra points, and kickoffs 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kickers
Παραδείγματα
The kicker nailed a 50-yard field goal to win the game. 

Ο εκτελεστής πέτυχε γκολ από 50 γιάρδες για να κερδίσει το παιχνίδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store