Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kicker
01
κικερ, παίκτης που ειδικεύεται στο κλώτσημα της μπάλας
a player who specializes in kicking the ball, usually for field goals, extra points, and kickoffs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kickers
Παραδείγματα
The kicker nailed a 50-yard field goal to win the game.
Ο εκτελεστής πέτυχε γκολ από 50 γιάρδες για να κερδίσει το παιχνίδι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
kicker
kick



























