to josh
josh
ʤɒʃ
josh
doshposhtoshbosh

Ορισμός και σημασία του "josh"στα αγγλικά

to josh
01

πειράζω, αστειεύομαι

to tease or joke with someone in a playful and friendly way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
josh
γ΄ ενικό πρόσωπο
joshes
ενεστώτα μετοχή
joshing
απλός αόριστος
joshed
παθητική μετοχή
joshed
Παραδείγματα
He wasn't being mean—he was just joshing about how bad my singing was. 

Δεν ήταν κακός—απλώς αστειευόταν για το πόσο άσχημα τραγουδάω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store