Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jones
01
έχω έντονη επιθυμία για, είμαι εθισμένος σε
to have a strong craving or intense desire for something
Dialect
American
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
jones
γ΄ ενικό πρόσωπο
joneses
ενεστώτα μετοχή
jonesing
απλός αόριστος
jonesed
παθητική μετοχή
jonesed
Παραδείγματα
I'm jonesing to try out that new productivity tool.
Πολύ λαχταρώ να δοκιμάσω αυτό το νέο εργαλείο παραγωγικότητας.



























