jolting
Pronunciation
/ˈdʒoʊɫtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "jolting"στα αγγλικά

01

τραντάζοντας, ακανόνιστος

causing or characterized by jolts and irregular movements
jolting definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most jolting
συγκριτικός βαθμός
more jolting
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

jolting
jolt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store